Skip to content

Η Λύτρωση

Μερικές φορές ξυπνάς μέσα στη νύχτα, λουσμένος στον ιδρώτα, με κομμένη την ανάσα. Αισθάνεσαι σαν να είσαι κλεισμένος μέσα σε ένα μπαούλο, στον πάτο του ωκεανού. Ακόμα κι αν βγεις, δε θα τα καταφέρεις να φτάσεις στην επιφάνεια. Ακόμα κι αν φτάσεις, δε θα μπορέσεις να πλησιάσεις στη στεριά. Ακόμα κι αν μπορέσεις, δε θα υπάρχει κανείς εκεί για να σε βοηθήσει. Σε έχει καταλάβει η απελπισία και η βεβαιότητα πως είσαι καταδικασμένος να ζήσεις μόλις για λίγα λεπτά ακόμα, μέχρι να τελειώσει το οξυγόνο. Και αφήνεσαι.

Έζησες τη ζωή που ήθελαν κάποιοι άλλοι. Οι γονείς, οι φίλοι, οι δάσκαλοι. Έκανες το σταυρό σου, έτρωγες το φαΐ σου, διάβαζες τα μαθήματα σου, έστρωνες το κρεβάτι σου, σεβόσουν τους μεγαλύτερους, άκουγες με προσοχή κάθε νουθεσία. Τελείωσες το σχολείο και πήγες στο πανεπιστήμιο: αποφάσισες να σπουδάσεις αυτό που περίμεναν οι άλλοι από σένα. Πήρες το πτυχίο σου, βρήκες δουλειά, παντρεύτηκες, πήρες δάνειο, έκανες παιδιά, αγόρασες αμάξι. Νόμιζες πως ήσουν ευτυχισμένος. Και κάποια στιγμή άρχισες να ξυπνάς μέσα στη νύχτα, λουσμένος στον ιδρώτα, με κομμένη την ανάσα.

Κοιτάζεις πίσω και το μόνο που βλέπεις είναι συγκατάβαση. Κοιτάζεις μπροστά και το μόνο που βλέπεις είναι σκοτάδι. Δεν μπορείς να βιώσεις το εδώ, δεν μπορείς ούτε να το αντιληφθείς. Ο χρόνος είναι πλέον μια ακατανόητη έννοια. Πάντα ήταν. Ήξερες τι πρέπει να κάνεις, ποτέ όμως δε ρώτησες το γιατί. Και τώρα σκέφτεσαι πως είναι αργά για ερωτήσεις. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ανοίξεις το βιβλίο με τις απαντήσεις και να διαλέξεις μια στη τύχη. Δεν έχει σημασία ποια: όλες είναι το ίδιο ασαφείς. Όλες έχουν τον ίδιο σκοπό. Να απαντούν σε οποιαδήποτε ερώτηση, οποιουδήποτε ανθρώπου, για οποιαδήποτε κατάσταση. Όλες τους. Ταυτόχρονα. Και το οξυγόνο τελειώνει, μένουν μόνο μερικές στιγμές. Είναι ωραίο να αφήνεσαι. Είναι λυτρωτικό. Είναι μια διέξοδος.

Image

Η συλλογική μας παραίσθηση

Η Ελλάδα αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο κράτος στις 3 Φεβρουαρίου του 1830. Το όνειρο γίνεται πραγματικότητα παρά το γεγονός οτι έχει ήδη προηγηθεί ένας εμφύλιος πόλεμος εν μέσω της επανάστασης, και παρά το γεγονός οτι ουσιαστικά η επανάσταση απέτυχε: ήταν η έντονη επιθυμία των Άγγλων που οδήγησε τελικά στην δημιουργία ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους στη Μεσόγειο. Οι Άγγλοι προόριζαν τους εαυτούς τους για πάτρωνες του νέου κράτους, με τους Γάλλους και τους Ρώσους να παίζουν μπάλα απο δίπλα, προσποριζόμενοι τα ανάλογα οφέλη απο την μοιρασιά των επαρχιών της καταρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το όνειρο πέθανε στις 9 Οκτωβρίου του 1831, τη μέρα που οι Μαυρομιχαλαίοι δολοφόνησαν το Καποδίστρια. Απο τότε και για τα επόμενα 180 χρόνια, το Ελληνικό κράτος ζεί μια παραίσθηση: νομίζει οτι είναι ανεξάρτητο, νομίζει οτι είναι εθνικά κυρίαρχο, νομίζει οτι ανήκει στη Δύση, νομίζει οτι είναι κοσμικό, νομίζει οτι είναι κράτος δικαίου, νομίζει οτι είναι Δημοκρατία. Τόσο οι κυβερνώντες όσο και οι κυβερνώμενοι, κοροϊδεύουν επι 24ώρου βάσεως πρώτα και κύρια τους εαυτούς τους, και ύστερα όλους τους άλλους, για το ποιοί είναι, τι θέλουν, και τι προτίθενται να κάνουν για να το αποκτήσουν.

Δυο Βαλκανικοί Πόλεμοι, δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, μια εθνική τραγωδία στη Μικρά Ασία και άλλη μια στην Κύπρο, μια δικτατορία στο μεσοπόλεμο, ένας εμφύλιος, και μια Χούντα τη δεκαετία του ’60, δεν κατάφεραν να κάνουν τους πολίτες αυτής της χώρας να ξεφορτωθούν τια παραισθήσεις τους. 180 χρόνια μετά, εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο: το σημείο μηδέν. Πιστεύουμε οτι είμαστε ανεξάρτητοι, κι ας ζούμε με δανεικά. Πιστεύουμε οτι είμαστε εθνικά κυρίαρχοι, κι ας στρεφόμαστε με την παραμικρή δυσκολία στους πάντα πρόσφορους πάτρωνες. Πιστεύουμε οτι ανήκουμε στη Δύση, κι ας βλασφημούμε απο το πρωί μέχρι το βράδυ τους ναζί Γερμανούς και τους φονιάδες των λαών Αμερικανούς. Πιστεύουμε οτι είμαστε κοσμικό κράτος, κι ας βάζει το χέρι της η Εκκλησία σε κάθε εκφανση της δημόσιας και ιδιωτικής μας ζωής. Πιστεύουμε οτι είμαστε κράτος Δικαίου, κι ας είναι κοινός τόπος οτι δεν μπορείς να βρείς το δίκιο σου αμα δεν μπορείς να τα στάξεις. Πιστεύουμε οτι έχουμε Δημοκρατία, κι ας γνωρίζουν μέχρι και οι πέτρες οτι κουμάντο κάνουν οι ίδιοι και οι ίδιοι, οι γιοί τους και οι κόρες τους, τα εγγόνια τους και τα δισέγγονα τους.

Πιστεύουμε οτι είμαστε ο περιούσιος λαός που όλοι τον κατατρέχουν και όλοι θέλουν να τον εξαφανίσουν απο προσώπου γής.

Πιστεύουμε οτι ο Θεός θα μας σώσει.

Μόνο που δεν υπάρχει Θεός. Και όλοι οι άλλοι μας έχουν γραμμένους στα παλαιώτερα των υποδημάτων τους. Δεν αξίζουμε ούτε το σάλιο που θα χαράμιζαν για να μας φτύσουν. Γιατί οι άλλοι ξέρουν καλά πως όταν πνίγεσαι, κουνάς τα χέρια και τα πόδια σου για να σωθείς. Εμείς το μόνο που ξέρουμε να κάνουμε είναι να παρακαλάμε για κανα σωσίβιο, και να προσπαθούμε, ενώ πνιγόμαστε, να πνίξουμε τους άλλους που πνίγονται μαζί μας, για να είμαστε οι μόνοι που θα επιβιώσουμε.

Είμαστε καταδικασμένοι να πνιγόμαστε στον αιώνα των αιώνων.

Κάτω απο το βλέμμα…

Ο πατέρας μου δεν είναι αυτό που θα λέγαμε σπουδαγμένος άνθρωπος. Απο μικρός στο μεροκάματο, ποτέ δεν του δώθηκε η ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τον θαυμαστό κόσμο της γνώσης. Μπάρκαρε στα καράβια με το που ενηλικιώθηκε (είχε και μια αδελφή να προικίσει), βιομηχανικός εργάτης αργότερα. Παντρεύτηκε τη μακαρίτισσα τη μάνα μου στα 25 του, και έκανε τρείς γιούς. Η ζωή του υπήρξε ένας μικρός αγώνας, και ειδικά μετά τον θάνατο της μάνας μου, ο αγώνας αυτός έγινε ακόμα πιο δύσκολος γι’αυτόν. Πάντα όμως είχε συναίσθηση της αξίας των γραμμάτων. Και αν και ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί ιδέες και έννοιες που σήμερα μπορεί κανείς να μάθει (αλλά όχι απαραιτήτως και να κατανοήσει) με ένα απλό google search, γνώριζε ενστικτωδώς οτι τα βιβλία είναι μια καλή αρχή για να μάθεις πως δουλεύει ο κόσμος και πως λειτουργούν οι άνθρωποι…

Μια απο τις πιο έντονες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων, ήταν η μικρή βιβλιοθήκη στο χώλ, και συγκεκριμένα τα βιβλία στο πιο ψηλό της ράφι: αυτό που δεν μπορούσα να φτάσω. Εκεί δέσποζαν το «Κάτω απο το βλέμμα του Βούδα» της Πέρλ Μπάκ, το «Ανθρώπινη Δουλεία» του Σώμερσετ Μώμ, το «Ένα παιδί μετράει τ’άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη, και τα «Λόγια της πλώρης» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Με τον καιρό, ξεκινώντας απο χαμηλά, τα διάβασα όλα. Όλα, εκτός απο ένα: το «Κάτω απο το βλέμμα του Βούδα». Αυτό δυστηχώς δεν το πρόλαβα. Σε κάποια περίοδο οικονομικής κρίσης, τα περισσότερα απο τα βιβλία πωλήθηκαν (άλλωστε, όταν τα φράγκα δεν φτάνουν, τα βιβλία φεύγουν πρώτα συνήθως, αν και σήμερα είναι πιο πιθανό να φύγουν πρώτα τα gadgets). Το μετάνιωσε πικρά ο κυρ-Παναγιώτης, αλλά αν μπορούσε να γυρίσει πίσω το χρόνο, πάλι το ίδιο θα έκανε. Στην επιλογή «ένα βιβλίο ή 3 λίτρα γάλα» όταν έχεις παιδιά, κερδίζει πάντα το γάλα…

«Κάτω απο το βλέμμα του Βούδα». Το έφερα στο μυαλό μου πάλι σήμερα το πρωί. Έχω δώσει στον κυρ-Παναγιώτη να διαβάσει το «Μόμπι Ντίκ» του Μέλβιλ, και έχει κατενθουσιαστεί. Του θύμησε την εποχή που είχε πρωτο-διαβάσει το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουέϊ. Και θυμήκε και την παλιά εκείνη βιβλιοθήκη. Και την θυμήθηκα κι εγώ. Τη βιβλιοθήκη, και το βιβλίο που δεν πρόλαβα να διαβάσω…

Η Πέρλ Μπάκ εζησε στην Κίνα πάνω απο τρείς δεκαετίες. Η μεγάλη της τριλογία, το «The House of Earth» ξεκίνησε το 1931 με το «The Good Earth», το οποίο στη χώρα μας μεταφράστηκε ως «Κάτω απο το βλέμμα του Βούδα». Ακολούθησε το «Sons» το 1933, και το «A House Divided» το 1935. Και το 1938 πήρε το βραβείο Nobel Λογοτεχνίας. Πέθανε το 1973, τέσσερις μήνες και μια ημέρα πριν γεννηθώ.

Νομίζω πως είναι επιτέλους καιρός να διαβάσω αυτό το βιβλίο…

Ο μεγαλύτερος Κόμης…

Πολύ πριν οι βρικόλακες γίνουν sexy μοντέλα – φλωρούμπες με οικολογικές ευαισθησίες και ευαίσθητες καρδίες (ναι, στη μεγάλη ξενέρα που λέγεται Twilight αναφέρομαι), ήταν αιμοβόροι κυνηγοί της νύχτας, άρχοντες του σκότους και του τρόμου, σιωπηλοί και ανέκφραστοι απέθαντοι που ζούσαν (;) για ένα και μόνο σκοπό: να ρουφήξουν το αίμα των θυμάτων τους μέχρι τελευταίας σταγόνας. Πολύ πριν τα multiplex και τις ορδές των στερημένων και ανέραστων κορασίδων που κόβουν φλέβες για τα θλιμμένα μάτια του Edward Cullen, υπήρχαν τα συνοικιακά σινεμά και οι fans του παγερά σιωπηλού Count Dracula της Hammer Film Productions. Πολύ πριν τα ρομαντικά νερόβραστα βιβλία της Stephanie Meyer, υπήρχε το εμβληματικό έργο του Bram Stoker. Και πολύ πριν οι βρικόλακες γίνουν mainstream, ήταν απλά ένα cult φαινόμενο για λίγους.

Το «Dracula” του Bram Stoker κυκλοφόρησε το 1897, και αποτελεί μαζί με το «Frankenstein» της Mary Shelley και τα έργα των Edgar Allan Poe και Howard Phillips Lovecraft τον ακρογωνιαίο λίθο της gothic-horror λογοτεχνίας. Το 1958 η Hammer Film Productions κατάφερε να κυκλοφορήσει το “Dracula” σε σκηνοθεσία Terence Fisher, και με πρωταγωνιστές τον Christopher Lee στον ρόλο του Count Dracula και το Peter Cushing στο ρόλο του Van Helsing (παραδόξως, Lee και Cushing ήταν καλοί φίλοι). Και κάπως έτσι τα ονόματα Lee και Dracula έγιναν σχεδόν συνώνυμα…

Ο μεγιστοτεράστιος Sir Christopher Lee κλείνει αύριο, 27 Μαϊου, τα 91 του χρόνια, και τα γιορτάζει με την κυκλοφορία ενός Heavy Metal album στο οποίο τραγουδάει. Ναι, ο κ. Lee είναι πολυτάλαντος, και η metal μουσική μια από τις μεγάλες του αγάπες (το 2010 μάλιστα ο Toni Iommi του απένειμε το Spirit of Hammer στα βραβεία Golden Gods του Metal Hammer).  Αν και ο πλέον εμβληματικός του ρόλος είναι φυσικά αυτός του Count Dracula, εντούτοις οι νεότερες γενιές τον γνωρίζουν κυρίως ως Count Dooku στα Star Wars Episode II και III (όπου φυσικά τις περισσότερες από τις σκηνές ξιφομαχίας τις έκανε ο ίδιος, καθώς είναι ΚΑΙ ξιφομάχος), και ως Saruman the White στην τριλογία του «Lord of the Rings» (αν και ονειρευόταν να παίξει κάποτε τον ρόλο του Gandalf, εντούτοις η ηλικία του και η σωματική του κατάσταση δεν του το επέτρεψαν. Είναι άλλωστε ο μοναδικός από τους συντελεστές της τριλογίας που έχει συναντήσει τον Tolkien).

Χρόνια Πολλά λοιπόν κ. Lee. Μακάρι να τα εκατοστίσεις. Αλλά ακόμα κι αν πεθάνεις, είμαι σίγουρος πως θα γυρίσεις από τον τάφο σου τυλιγμένος στη μαύρη σου κάπα για να κυνηγήσεις αθώες παρθένες, να τους πιείς το αίμα και να τις κάνεις νύφες σου…

Lee1 Lee2 Lee3

Θα ήθελα να μπορούσα να θέλω…

So, here’s the facts: Είμαι κοντός, άσχημος και άφραγκος. Είμαι εγωιστής, είρωνας και πεσιμιστής. Είμαι νεφροπαθής, υπερτασικός, φαλακρός, και τώρα τελευταία δεν ακούω και καλά. Θα ήθελα να μπορούσα να πω «δε φταίω εγώ, ο Θεός με έκανε έτσι». Αλλά δε μπορώ, και δε θέλω, γιατί είμαι και Άθεος.

Θα ήθελα να έχω ένα μαγικό λυχνάρι. Ή να εμφανιζόταν μπροστά μου ο Διάβολος (οπότε θα ήθελα να υπήρχε και Διάολος) με την μορφή της Elizabeth Hurley και να μου έλεγε πως μπορώ να πραγματοποιήσω 7 επιθυμίες. Ή να έβρισκα το μπουκάλι με το τζίνι. Αλλά δε μπορώ, γιατί δεν υπάρχουν μαγικά λυχνάρια, δεν υπάρχουν μπουκάλια με τζίνι, και δεν υπάρχει και Διάβολος, ή τουλάχιστον δε συνηθίζει να εμφανίζεται με τη μορφή της Elizabeth Hurley και να χαρίζει επιθυμίες με το αζημίωτο.

Θα ήθελα να μπορώ να πάω στις εκλογές και να ψηφίσω ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ, ή να κατεβαίνω στις πορείες του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ και να φωνάζω συνθήματα για το αδίστακτο κεφάλαιο, για τους πουλημένους πολιτικούς και για το σάπιο κατεστημένο. Θα ήθελα να μπορώ να γίνω κι εγώ χρυσαυγίτης και να πηγαίνω με τα μπουλούκια και να ανοίγω κεφάλια μεταναστών, ή να κατεβαίνω στις πορείες με κουκούλα, μαντίλα και μολότοφ, και να βάζω φωτιές σε αμάξια και σε κάδους σκουπιδιών. Θα ήθελα να μπορώ να πηγαίνω στο Σύνταγμα και να διαδηλώνω για τους αεροψεκασμούς, για την παγκόσμια κυριαρχία των Μασόνων και τη Λέσχη Μπίλντεμπεργκ, για τον Κίσινγκερ και τη Νέα Τάξη Πραγμάτων που θέλουν να καταστρέψουν τον πολιτισμό μας και να εξαφανίσουν τη γλώσσα μας. Θα ήθελα να μπορώ να καίω την Αμερικάνικη σημαία έξω από την Αμερικάνικη Πρεσβεία και να καταριέμαι τους φονιάδες των λαών, να δείχνω έμπρακτη αλληλεγγύη στους Παλαιστίνιους ψηφίζοντας διαδικτυακά Petitions κατά της Ισραηλινής κυβέρνησης, και να ζητάω παγκόσμιο αφοπλισμό και επι γής ειρήνη σε τηλεφωνικά γκάλοπ. Θα ήθελα να μπορώ να πηγαίνω σε θεατρικές παραστάσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκθέσεις τέχνης, μουσικές συναυλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, και να απαιτώ  το κατέβασμα/ απαγόρευση της παράστασης/ εκδήλωσης/ έκθεσης/ βιβλίου επειδή θίγει τις ιδέες μου, τις απόψεις μου, την κοσμοθεωρία μου. Θα ήθελα να μπορώ να κρατάω ένα πανό που θα έγραφε «Ορθοδοξία ή Θάνατος» και να λυσσομανώ κατά της ηλεκτρονικής ταυτότητας, κατά του 666, κατά του Εξαποδώ, κατά των αμβλώσεων, κατά του προγαμιαίου σέξ και κατά των προφυλάξεων στο έρωτα. Αλλά δε μπορώ, γιατί στην πραγματικότητα δε θέλω να κάνω τίποτα από όλα αυτά. Αλλά θα ήθελα να μπορούσα να τα θέλω.

Ναι, θα ήθελα να μπορώ να τα θέλω όλα αυτά. Γιατί τότε τα πάντα θα ήταν ευκολότερα. Η ζωή είναι πιο εύκολη, πιο υποφερτή όταν έχεις κάποιον να κατηγορήσεις για αυτά που δεν είσαι, για αυτά που δεν έχεις, για αυτά που δε θα γίνεις ποτέ και για αυτά που δε θα αποκτήσεις ποτέ. Η ζωή είναι πιο εύκολη όταν υπάρχει κάποιος που σου λέει ότι δε φταις εσύ, αλλά κι αν φταις δεν είσαι πραγματικά υπεύθυνος, αλλά κι αν είσαι θα λάβεις συγχώρεση, αλλά ακόμα κι αν δε τη λάβεις σε αυτή τη ζωή, θα τη λάβεις στην επόμενη. Η ζωή είναι πιο εύκολη όταν τη γεμίζεις με μια και μοναδική βεβαιότητα αντί για πολλές και διαφορετικές αβεβαιότητες. Η ζωή είναι πιο εύκολη όταν είσαι με τους πολλούς, παρά όταν είσαι με τους λίγους. Η ζωή είναι πιο εύκολη όταν γελάς, γιατί όλοι γελάνε μαζί σου, και όχι όταν κλαίς, γιατί τότε θα κλαίς μόνος σου. Η ζωή είναι πιο εύκολη όταν λες «γιατί έτσι», και όχι όταν λες «γιατί;». Η ζωή είναι πιο εύκολη όταν καταριέσαι το πρόβλημα αντί να ψάχνεις για λύσεις.

Και εγώ θα ήθελα να μπορώ να θέλω μια εύκολη ζωή. Αλλά μάλλον είμαι και μαζοχιστής. Τι να πω, προφανώς κάποιος με έχει ματιάσει, μου έχει κάνει μάγια ή με έχει καταραστεί…

Image

Χωρίς (;) λόγια

Μεγάλη Παρασκευή βράδυ. Η τηλεόραση παίζει τον Ιησού από τη Ναζαρέτ. Στη Χίο ετοιμάζουν τις ρουκέτες τους. Το Star έχει κατασκηνώσει στη Βαρβάκειο και μεταδίδει απευθείας τις αυξομειώσεις της τιμής του οβελία. Ο Γαϊτάνος καθαρίζει το λαιμό του με γαργάρες. Ο Σαντικάι βλέπει βίντεο με τα παλιά μεγαλεία του Alter. Όσοι δεν κοιμήθηκαν στον καναπέ βλέποντας τον Μπέν Χούρ, γυρίζουν στους δρόμους με κεριά ακολουθώντας κάποιον από τους εκατοντάδες επιτάφιους της πόλης. Άμφια που μυρίζουν λιβάνι και τσιγάρο, χρυσοί σταυροί που λάμπουν στο σκοτάδι. Χρυσαυγίτες που ξεμοναχιάζουν μετανάστες σε γωνίες. Άστεγοι που προσπαθούν να κοιμηθούν σε κανα έρημο παγκάκι. Κάτι παλιοί κομμουνιστές κοιτάζουν τα ντουβάρια στα λίγα ανοιχτά καφενεία. Κι εγώ κάθομαι μπροστά σε μια οθόνη, προσπαθώντας να καταλάβω τι διάολο πήγε στραβά στη ζωή μου.

Image

Περί Έκφρασης…

Κάποια κάποτε μου είχε πει πως έχω πρόβλημα έκφρασης. Εν μέρει είχε δίκιο: για να μου βγάλεις λέξη, έπρεπε να έχεις μαζί σου τσιγκέλι και ορό της αλήθειας. Ο χρόνος όμως περνά, τα πράγματα αλλάζουν, και μαζί τους αλλάζουν και οι άνθρωποι. Με την πάροδο του χρόνου λοιπόν, ανακάλυψα πως, το να μην μπορείς να πείς κάτι, δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχεις κάτι να πείς αλλά δεν μπορείς να το εκφράσεις: είναι πολύ πιθανότερο να ΜΗΝ έχεις κάτι να πείς. Και σε αυτή τη περίπτωση η σιωπή δεν σημαίνει κάτι για τις εκφραστικές σου ικανότητες: η ίδια η σιωπή είναι η έκφραση…

Το σημαντικό λοιπόν είναι να έχεις κάτι να πείς. Το πως θα το πείς τώρα, είναι άλλη ιστορία. Ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος, είναι να ανοίξεις το στόμα σου και να μιλήσεις. Ή να πάρεις ένα στυλό (ή να κάτσεις μπροστά σε ένα πληκτρολόγιο) και να αρχίσεις να γράφεις. Μπορείς ακόμα να χρησιμοποιήσεις παντομίμα, λουλούδια, ή ακόμα και τούβλα. Τρόποι έκφρασης υπάρχουν πολλοί. Στη τελική μπορείς να στήσεις μια κάμερα, να βιντεοσκοπήσεις τον εαυτό σου, και να ανεβάσεις το αρχείο στο YouTube. Και αυτό έκφραση είναι. Όποιον τρόπο όμως κι αν διαλέξεις, δύο είναι τα σημεία που πρέπει να προσέξεις: Πρώτον, κοίτα αυτά που λές να τα εννοείς. Να είναι αληθινά. Να αξίζουν να ειπωθούν. Διαφορετικά, δεν έχει νόημα. Άμα είναι να φλομώσεις τον κόσμο στα παραμύθια, τράβα καλύτερα σε κανένα κόμμα. Μπορεί να γίνεις και πρωθυπουργός κάποτε. Δεύτερον, πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσεις. Μη το σκέφτεσαι. Κάντο τώρα. Ακόμα καλύτερα, κάντο χθές. Άπαξ και αρχίσεις, όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους. Το μόνο που χρειάζεται η πρώτη λέξη, η πρώτη φράση. Μετά αναλαμβάνει η Φύση…

Και όταν θα μπείς για τα καλά σε αυτό το τριπάκι, όταν θα αρχίσεις να μιλάς, να γράφεις, να στέλνεις λουλούδια και να πετάς τούβλα, τότε θα πρέπει να γυρίσεις πίσω στην αρχή. Να θυμηθείς οτι υπάρχουν στιγμές που τίποτε δεν μπορεί να σε εκφράσει καλύτερα απο την Σιωπή. Σύντομη, παρατεταμένη, στιγμιαία, αιώνια, διεκεκομμένη, επαναλαμβανόμενη, δεν έχει σημασία. Πάντα θα υπάρχει μια σιωπή κατάλληλη για την περίπτωση. Απλά φρόντισε να την χρησιμοποιείς με φειδώ: διαφορετικά θα βρεθεί κάποια να σου πει πως έχεις πρόβλημα έκφρασης, και άντε πάλι απο την αρχή…

Image

The desert of the real.

Μάλιστα. 21η Απριλίου σήμερα, ημέρα μνήμης, μαύρη επέτειος, και άλλα τέτοια τετριμμένα. Σα να έχεις στο ψυγείο δυο περισσευούμενα κομμάτια παστίτσιο από το ’67, και κάθε χρόνο να τα βγάζεις από το ψυγείο, να τα κοιτάζεις, και μετά να τα βάζεις πάλι μέσα. Όσο και να πεινάς, τα ρημάδια δεν πρόκειται να κατέβουν με τίποτα χωρίς να σου γαμήσουν το στομάχι (και ενδεχομένως να σε στείλουν και σε κανα νοσοκομείο για πλύση). Κάνουν μόνο για να τα βλέπεις, και για να  λες τι γαμάτο που ήταν το ταψί με το παστίτσιο τότε που το είχες φτιάξει…

46 χρόνια έχουν περάσει: η Χούντα εντέλει έπεσε, και η μεταπολίτευση ανέδειξε μια σειρά από μεγάλους πολιτικούς σταρ, από αυτούς που για χάρη τους σφάζονται οι ομάδες στα drafts του NBA. Καραμανλής σίνιορ, Παπανδρέου σίνιορ, Μητσοτάκης, Σημίτης, Καραμανλής τζούνιορ, Παπανδρέου τζούνιορ, Σαμαράς. Και η επέτειος, επέτειος. Κάθε χρόνο τα ίδια τετριμμένα λόγια, τα ίδια κομμάτια παστίτσιο. Και ο μουσακάς κάπου κρυμμένος, περιμένει να πάρει την εκδίκηση του…

Το παστίτσιο έχει μακαρόνια. Και κιμά. Και μπεσαμέλ. Και οι βαθυστόχαστοι λόγοι, τα μεγαλειώδη πολιτικά αποφθέγματα των κυβερνόντων αποτελούνται και από αυτά από την ίδια συνταγή. Η Δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει. Το Ελληνικό DNA παραμένει δημοκρατικά αγνό και αμόλυντο. Και η μπεσαμέλ από πάνω. Δεν είμεθα ρατσιστές. Δεν είμεθα ομοφοβικοί. Δεν είμεθα εκμεταλλευτές. Δεν είμεθα ρουφιάνοι. Δεν είμεθα φονταμενταλιστές. Δεν είμεθα λαμόγια. Δεν είμεθα επίορκοι.

Δεν είμεθα, αλλά…

Και κάπου εκεί ανάμεσα στο «Δεν» και το «αλλά» τελειώνει το παραμύθι. Και σε μια κρίση αυσεβασμού και αυτολύπησης, ανοίγεις το ψυγείο, αρπάζεις το παστίτσιο και το πετάς από το παράθυρο στο δρόμο, χύμα. Και αισθάνεσαι μια ανακούφιση, ένα ξελάφρωμα, μια δικαίωση. Δεν γεμίζεις εσύ με σκουπίδια τους δρόμους, αλλά…

Αλλά.

Get back to the desert of the real.

Image

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 104 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: